Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Οι πολιτικοί κρατούμενοι της χούντας για τον Γ. Σεφέρη

του Σπύρου Κουζινόπουλου
Ήταν μεγάλος και βαθύς ο πόνος που είχε σκεπάσει την χουντοκρατούμενη Ελλάδα εκείνο τον Μαύρο Σεπτέμβρη του 1971 για τον χαμό του νομπελίστα ποιητή, ανθρώπου και δημοκράτη, Γιώργου Σεφέρη. Ένα χρόνο μετά, στην επέτειο θανάτου του ποιητή, οι πολιτικοί κρατούμενοι ετοίμασαν μια μεγάλη έρευνα για τον Σεφέρη που τη δημοσίευσαν στο περιοδικό «Τετράδια» το οποίο κυκλοφορούσε μυστικά χέρι-χέρι μέσα στις φυλακές Κορυδαλλού.
Ο Σεφέρης είχε κλέψει τις καρδιές του ελληνικού λαού και φυσικά των πολιτικών κρατουμένων από τι δικτατορία των Συνταγματαρχών, όχι μόνο για τα ποιήματα, τη συνεπή στάση ζωής, την ανθρωπιά που τον διέκρινε και το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, που του είχε απονείμει το 1963 η Βασιλική Ακαδημία Επιστημών της Σουηδίας, αλλά και για τη συγκλονιστική του δήλωση κατά της χούντας που είχε μεταδοθεί από το ραδιοφωνικό σταθμό του Παρισιού και τη «Ντόϊτσε Βέλλε». Με την οποία ο μεγάλος μας ποιητής κατήγγειλε το τυραννικό καθεστώς, αλλά και βλέποντας μπροστά τις συνέπειες που θα είχε η δικτατορία στην Ελλάδα, έλεγε προφητικά:
…Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή….

Η συγκλονιστική δήλωση-κόλαφος κατά της χούντας
Ολόκληρη η δήλωση του μεγάλου μας ποιητή, που αποτελούσε και κόλαφο κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών, είχε ως εξής:
Το περιοδικό «Τετράδια», που ήταν βεβαίως πολιτικό αλλά και ποικίλης ύλης, εκδίδονταν χειρόγραφα από τους πολιτικούς κρατούμενους της χούντας στις φυλακές Κορυδαλλού της Αθήνας,  στην A’ πτέρυγα, και στη συνέχεια κυκλοφορούσε παράνομα από κελί σε κελί, φυσικά παράνομα.
Για την ιστορία, το πρώτο τεύχος βγήκε το 1969 στις φυλακές  Αβέρωφ, ακολούθησε η έκδοση στον Κορυδαλλό και το τελευταίο τεύχος βγήκε τον Αύγουστο του 1973, λίγο πριν από την Παπαδοπουλική αμνηστία.
Το τεύχος 22 του περιοδικού (Σεπτέμβρης, ’72), ήταν αφιερωμένο στο Σεφέρη. Βγήκε ένα και μοναδικό τεύχος-αφιέρωμα και στάλθηκε παράνομα σε ειδικά διακοσμημένο φάκελο στη χήρα του ποιητή, Μαρώ Σεφέρη, γυναίκα με ιδιαίτερη προσωπικότητα. 

Ένα μεγάλο μέρος από αυτό το αφιέρωμα «ανατυπώθηκε» στο αντίστοιχο τεύχος του ίδιου μήνα. Στο αφιέρωμα, προς τιμή του ποιητή, παρουσιάστηκαν οι απαντήσεις είκοσι έγκλειστων πολιτικών κρατουμένων στο ερώτημα «τι είναι για σένα ο Σεφέρης;». Επίσης υπήρχε ένα σημείωμα του πολιτικού κρατούμενου Γιάννη Καούνη με τίτλο «λίγα σχόλια πάνω στη δήλωση του ποιητή», και τέλος η ίδια η δήλωση.
Τα στοιχεία γι’ αυτή τη δημοσίευση, τα αντλήσαμε από την αναφορά που είχε κάνει πριν 40 χρόνια, στις 5 Φεβρουαρίου 1977 (τεύχος 64), το πολύ καλό περιοδικό «ΑΝΤΙ» που εκδίδονταν στην Αθήνα από τον αείμνηστο αρχιτέκτονα, εκδότη και δημοσιογράφο, Χρήστο Παπουτσάκη (1934-2009).
Οι απαντήσεις των πολιτικών κρατουμένων για τον Γ.Σεφέρη
Οι πολιτικοί κρατούμενοι για τον Σεφέρη
Στο αφιέρωμα του χειρόγραφου περιοδικού «Τετράδια»  για τον Σεφέρη, έλεγαν στις απαντήσεις τους οι πολιτικοί κρατούμενοι:
1. Στη σκέψη μου δεν μπορώ να ξεχωρίσω τον άνθρωπο από τον ποιητή. Υπάρχει ένας άλλος διαχωρισμός - κάπου τον αναφέρει ο ίδιος - μα όχι για δω. Το έργο του είναι πολυσήμαντο. Μα εκείνο που μου άφησε πρώτα απ’ όλα το «πέρασμα» του, είναι η γεύση του γνήσιου. Ο στοχασμός του, η καλλιτεχνική του ευαισθησία, η γλώσσα του, η αγάπη του σ’ αξίες και σ’ υποθήκες, είναι γνήσια. Και το σπουδαιότερο: μας άφησε και ορισμένες σταθερές, σημεία αναφοράς, εφόδια για να ελέγχουμε και μεις το γνήσιο. Κάπου εδώ φαντάζουμε βρίσκεται και το σημείο που «λειτουργεί» ιδιαίτερα στους νέους.
           Π.Κ.
2. Έτυχε να βρεθώ τον καιρό που πέθανε ο Σεφέρης σ’ ένα σπίτι συγγενών κρατουμένων. Θα θυμάμαι πάντα με τι συγκίνηση διάβασαν το σημείωμα του Στρατή Τσίρκα στο «Βήμα» που αναφερότανε στην τελευταία του συνάντηση με τον ποιητή. «Λίγα κάνουμε για τους πολιτικούς κρατούμενους», έλεγε ο Σεφέρης. Πόση ευαισθησία κρύβουν τα λόγια αυτά για τη μοίρα του λαού μας και τα προβλήματα του τόπου! Γι‘ αυτό κι ο λαός μας με πρωτοπόρα τη νεολαία, τίμησε και θα τιμά τη μνήμη του άξιου εκπροσώπου του πνευματικού μας κόσμου.
                                                                                                                        Μ.Π.
3. Από την ημέρα του θανάτου του, πέρασε ένας χρόνος και στη μνήμη μου είναι ζωγραφισμένη η εικόνα του ποιητή και ανθρώπου Γ. Σεφέρη. Ευκαιριακή ήταν η επαφή μου με την ποίησή του. Δεν μπορώ όμως να πω το ίδιο και για τον άνθρωπο Σεφέρη. Μεγάλη συγκίνηση μου προξένησαν το γεγονός ότι έμεινε ασυμβίβαστος με το σημερινό πολιτικό καθεστώς της Ελλάδας, οι δημοσιεύσεις από τον τύπο, η αγάπη και η αμέριστη συμπαράσταση προς τους πολιτικούς κρατούμενους. O «άνθρωπος» Σεφέρης θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου.
            Θ.K
4. Έvας χρόνος μετά το «θάνατο» του Γ. Σεφέρη, του ακριβού μας ποιητή που τόσο αγάπησε τον τόπο μας,- «όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει» - που τόσο πόνεσε για τις δύσκολες ώρες που πέρασε η πατρίδα μας, και που λες κι ήταν γραφτό του να φύγει με τον πόνο στα μάτια μέσα σε τέτοιες πάλι δύσκολες ώρες. Είναι, θαρρώ, αυτή η πλευρά της ποίησης του σαν μια θάλασσα που τον «ακολουθούσε ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο του θερμομέτρου». Ήταν το ’38 που στο  «Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ» έλεγε «Πια δεν ακούω τσιμουδιά / βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος / παράξενο πως χαμηλώνουν / όλα τριγύρω κάθε τόσο / εδώ διαβαίνουν και θερίζουν / χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα». Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στο «ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΣ», θα φωνάξει μ’ όλη τη δύναμη των στίχων του το μεγάλο μήνυμα « Nαι, όμως ο μαντατοφόρος τρέχει / κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει / σ’ αυτούς που γύρευαν v’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο / το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας». Για νάρθει μετά ο θάνατος του και να επισφραγίσει τόσο δραματικά αυτή την πορεία.  Εδώ είναι, θαρρώ, που ταιριάζουν τα λόγια ενός άλλου ποιητή, «...Εκείνος, / ούτε μιλάει κι ούτε πια χαμογελάει / μη και φανεί που ανάμεσα στα δόντια του κρατάει (ως και την ώρα / του ύπνου) / σφιχτά- σφιχτά σαν ύστατο οβολό του (μόνο τώρα βιός του) / γυμνό, απαστράπτοντα κι ανένδοτο το θάνατο του». Κι ακόμα, θαρρώ, πως αυτόν το Σεφέρη η νεολαία, με το δικό της τρόπο, τίμησε επηρεασμένη από το μήνυμα του.
                                                                                                                         Α.Μ.
 5. Την ποίηση του Γ. Σεφέρη την πρωτογνώρισα από τη μουσική του Mίκη Θεοδωράκη. Από τότε πολλές φορές προσπάθησα να έρθω σε επαφή με όλο του το ποιητικό έργο. Είναι ένας δύσκολος ποιητής, κάθε φορά όμως που τον διάβαζα έβρισκα κάτι καινούργιο, είναι βαθύς. H «πολιτική του δήλωση», την άνοιξη του ’69, ήταν μια πράξη αγωνιστική και καίρια· έδειξε στον πνευματικό κόσμο και στη νέα γενιά ένα ακόμα καθήκον απέναντι στο λαό μας και στην ιστορία μας. Τον αγώνα για την ελευθερία.
           Γ .Κα
6. Ποίηση δε διαβάζω, ή για νάμαι ειλικρινής, έχω διαβάσει λίγα πράματα. Τον Σεφέρη πρωτογνώρισα σαν Σεφεριάδη, πρεσβευτή στο Λονδίνο.  Εκείνη την εποχή εμείς οι νέοι — τότε - αριστεροί δημοκράτες, θεωρούσαμε όλους όσους σχετίζονταν «επίσημα» με το Κυπριακό κι έδωσαν τη λύση με τις γνωστές Συμφωνίες, σαν προδότες. Ύστερα ήρθαν τα «Επιφάνεια», και μας κατάχτησαν. Το Βραβείο Νόμπελ το ’δαμε σαν «πολιτική» επιβράβευση. Κι ήρθε η δικτατορία. Διάβασα τις «Γάτες τ’ Άι-Νικόλα» (νομίζω έτσι λέγεται το ποίημα του) και συγκλονίσθηκα. Πέθανε. Oι σημερινοί νέοι μας είπαν τη γνώμη τους για τον ποιητή. Κηδεία, πολιτική εκδήλωση, πανηγύρι, ξέσπασμα.
                                                                                                                         Ν.Κ.
7. Σεφέρης: Ένα όνομα που έμεινε βαθιά στις καρδιές όλων των Ελλήνων που γνώρισαν τον ποιητή Γ. Σεφέρη, τον άνθρωπο Γ.Σ., τον αγωνιστή κατά της τυραννίας της δικτατορίας. Oι φροντίδες και για τα κοινά ξεκινούν από το σύνθημα του:  «H Ελλάδα πρέπει σύντομα v’ απαλλαγεί από την τραγωδία...», και φτάνουν στις ιδιαίτερες φροντίδες του για τους πολ. κρατουμένους. Γ. Σεφέρη δεν σε ξεχνάμε. Ένα ποίημα του που μ’ αρέσει πολύ είναι: «είτε βραδυάζει/ είτε φέγγει / μένει λευκό / το γιασεμί».
             Γ. Μι.
 8. Πρώτη γνωριμία, η άμμος η ξανθή, ο μπάτης που φυσά ωραία και σβήνει τα’ όνομα. Το πρωτάκουσα το ’62 ή ‘63 στην Αγια-Μαρίνα της Αίγινας. Είχα μπροστά μου τη θάλασσα· παλληκάρια και κοπέλες, καθόμασταν στην αμμουδιά κι αφήναμε τα χνάρια μας. Ήταν ένα ποίημα του. Ένα όμορφο ποίημα πούγινε ομορφότερο με τη μουσική του Μίκη. Στην Αγια-Μαρίνα λοιπόν, ,πρωτάκουσα για το Σεφέρη. Κι ήρθαν τα δίσεχτα χρόνια. O ποιητής μίλησε γι’ αυτά με μια φωνή οργισμένη. Σαν ξανάκουσα τη φωνή του Σεφέρη, δεν ήμουν στη θάλασσα, δεν φύσαγε ο μπάτης, δεν ήταν καλοκαίρι. Ύστερα έμαθα τα νέα σου· λέω για τις κοπελιές και τα παλληκάρια που σε χαιρέτησαν για τελευταία φορά. Τελευταία φορά; γιατί τελευταία; Μήπως δεν λογαριάζουν αυτούς που φέρνοντας τάχατες λουλούδια στο μνήμα σου θα σου κουβεντιάζουν;
                                                                                                                           Σ.Τ.
9. Σαν άνθρωπος ήταν ένας ολοκληρωμένος και σαν ποιητής ένας μεγάλος.
               Γ.Κ.
10. Είναι λίγα αυτά που ξέρω για τον ποιητή Γ. Σεφέρη. Κι όμως κάθε φορά που γίνεται λόγος για τ’ όνομα του, αισθάνομαι πως είναι τόσο γνώριμος, φίλος.  Είναι γιατί έρχεται στο νου η «δήλωση» του, λόγια λίγα, αλλά γεμάτα πόνο και αγάπη για τον τόπο μας, για την ελευθερία. Γιατί θυμάμαι πως ακόμα και στις τελευταίες δύσκολες στιγμές της ζωής του, θέλησε κάτι να κάνει για τους πολιτικούς κρατούμενους.
                Γ.Α.
 11. Τον Γ. Σεφέρη δεν τον ήξερα ούτε σαν άνθρωπο, ούτε σαν  ποιητή. Κάποτε άκουσα πως ένας Έλληνας ποιητής πήρε το βραβείο Νόμπελ· και ήταν ο Σεφέρης.  Ύστερα διάβασα μια δήλωση του που μου προκάλεσε ρίγος. Τέλος έμαθα πως ο Γ. Σ. πέθανε και πως ο λαός της Αθήνας τον τίμησε με την παρουσία και τις εκδηλώσεις του. Ο Γ.Σ. μας έδωσε πολλές ευκαιρίες για να τον μάθουμε σαν Άνθρωπο.
                Μιχ. Π.
 12. Σ’ άλλους καιρούς ίσως το ερώτημα να μην είχε τη σημασία που αποκτά σήμερα. Γιατί δεν είναι, μονάχα, ο Γ. Σεφέρης απλά, ο μόνος Έλληνας νομπελίστας, ο μεγάλος ποιητής που τραγούδησε τη ρωμιοσύνη. Είναι η φωνή που τάραξε τη σιωπή, το προσκλητήριο για να συντριβεί η «πνευματική απεργία». Oι χιλιάδες που συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία μας βεβαιώνουν πως θα δούμε τα μάρμαρα να λάμπουν... Αυτός είναι πια ο Γ.Σ. Φωτεινός οδηγητής για τους πνευματικούς μας ανθρώπους, σύμβολο για τους νέους. Κι’  η τελευταία του πράξη –η  διαθήκη του - θα συγκινεί κάθε αληθινό άνθρωπο.
         Γ.Γ.
13. Λίγα καταλαβαίνω από ποίηση και λιγότερα από Σεφέρη. Δεν μπορώ να ἐξηγήσω τον κόμπο που μου έρχεται, όταν τον σκέφτομαι. Νάναι τα επιφάνεια, oι ασπάλαθοι, μήπως η ήρεμη και πονεμένη του φωνή στις κρίσιμες στιγμές του έθνους; Δεν ξέρω.
                                                                                                                                                                                                                                                                    Γ.Σ.
14. Για το θάνατο του Σεφέρη δεν πενθεί μόνο η οικογένεια του, πενθεί ολόκληρος ό Ελληνικός Λαός. Πενθεί όλη η αντίσταση, οι πολιτικοί κρατούμενοι. Γιατί χάσανε ένα υπέροχο δημοκράτη, ένα διάσημο Νομπελίστα, ένα γίγαντα της ποίησης, ένα συνεχιστή του K. Παλαμὰ. «Eσύ σταυραητέ που στα ψηλά πετούσες / Kι αγνάντεψες τις κορυφές / της γης μας πέρα ως πέρα / μιας λευτεριάς παντοτινής / τον ερχομό μηνούσες».
                     E.M.
15. Φέρνοντας στη μνήμη μου τον Γ. Σεφέρη με τη συμπλήρωση ενός χρόνου από την ημέρα του θανάτου του, παρουσιάζεται μπροστά μου με τη διπλή ιδιότητα του ποιητή και του αντιδικτατορικού ανθρώπου. Λυπάμαι που πολύ αργά είχα μια απλή και ευκαιριακή επαφή με την ποίησή του και έτσι δεν μπορώ να πω έστω και μια λέξη για το ποιητικό έργο του. 'O Γ.Σ. σαν ποιητής και σαν άνθρωπος, δεν συμβιβάστηκε ούτε για μια στιγμή με το φασιστικό καθεστώς της χώρας μας. Την αντίθεσή του προς το στρατιωτικό καθεστώς την εξέφραζε μέχρι την τελευταία πνοή του και της έδωσε σάρκα όταν τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, η σκέψη του βρισκόταν κοντά στους πολιτικούς κρατούμενους. Η ενέργεια του αυτή, συγκίνηση ιδιαίτερη με προκάλεσε. Είναι μια ενέργεια που μαζί με το δημιουργικό ποιητικό έργο του, θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου.
                                                                                                                                   Σ.Τς.
 16. Tοv Γ. Σεφέρη δεν τον γνωρίζω σαν ποιητή γιατί δεν ξέρω από ποίηση. Σαν άνθρωπο όμως τον έχω μέσα στην καρδιά μου. Με τη δήλωσή του την άνοιξη του  ’69 και με τη χειρονομία του για όλους ανεξαίρετα τους πολ. κρατούμενους, έδειξε ότι ήταν ένας αγωνιστής της ελευθερίας του λαού μας.
                                                                                                                                    Β.Α.
17. Τον αληθινά μεγάλο καλλιτέχνη, απ’ όπου κι αν αρχίσει κι’  ότι μονοπάτια περπατήσει, τον έλκει η αλήθεια. Το Σεφέρη και τον κέρδισε.
                        A.K.
18. Τον πρωτάκουσα δύο μεσημεριάτικες ώρες πριν 8 χρόνια. Του κάναμε και «κριτική» τότε! Είμαστε 10-15 «προοδευτικοί» νέοι. Πρώτη φορά είχαμε δει τ’ όνομά του - πριν μέρες - στις εφημερίδες. Δεν είχαμε ιδέα για το έργο του. Ότι ακούσαμε ν’ απαγγέλλει εκείνες τις ώρες και ότι έφτανε στ’ αυτιά μας απ’ τις απαντήσεις του, σε ερωτήσεις! «Αιτίες» της... «κριτικής» μας: τα άδεια μας στομάχια (έπρεπε να τελειώσει η εκδήλωση για v’ ανοίξει η λέσχη...), η «προοδευτικότητά» μας και πιο πολύ η αυξημένη «ταξική μας συνείδηση». Δεν είναι ο Σεφέρης που άλλαξε από τότε σαν άνθρωπος και σαν ποιητής. Γνωρίζεις το έργο του και τον άνθρωπο μέσα απ’ αυτό, την τίμια φωνή του στις μέρες μας. Μυστικό και μήνυμα τρανό το έργο του, κάτι σαν πανανθρώπινη ανάσα που σου ζεσταίνει την καρδιά, το κύκνειο άσμα του. Ίσως για την επανεκτίμηση να «φταίνε» η λίγη γνώση..., η μειωμένη προοδευτικότητά μας και πιο πολύ η αμβλυμένη «ταξική μας συνείδηση». Το... μ α ς, γιατί θαρρώ πως κάπως έτσι νιώθουν και οι τοτινοί μου σύντροφοι.
                                                                                                                                      Κ.Τ.
19. Γεννήθηκε άγνωστος. Αντρώθηκε μέσα σε θύελλες και βγήκε ακέραιος μέσα από τις μυλόπετρες της μικρότητας των πολύξερων και το λαβύρινθο του σκοταδισμού. Έζησε και πέθανε άνθρωπος. Έτσι θα μείνει στη μνήμη μας ένας πραγματικός άνθρωπος.
                        Γ.Αντ.
20. Πως υπήρχε ένας Σεφέρης ποιητής το πρωτόμαθα το 1949 στη Γιούρα ξεφυλλίζοντας μια ανθολογία του Αποστολίδη. Δυο ποιήματά του θυμάμαι· την «άρνηση» και το «Στο πέλαγος σέρνουν φωτιές καράβια». Τα «ανθολόγισα» και τα δυο σ’ ένα τετράδιο που αντέγραφα ποιήματα. Αργότερα σε μια προσωπική μου δυστυχία, αντέγραψα την «άρνηση» στα τελευταία φύλλα της ατζέντας μου, και την έμαθα απ’ έξω. Στα  ’60 κάπου διάβασα που έγραφε ο Αυγέρης ότι ο Σεφέρης είναι βασικά «αντιφασίστας» ποιητής. Tι αντιφασίστας μπορεί να είναι ένας ποιητής που έγραψε την «άρνηση» αναρωτιόμουν. Στη δικτατορία οι «δηλώσεις» Σεφέρη, το «επί ασπαλάθων», η «κηδεία Σεφέρη», μου έδωσαν μια διαφορετική εικόνα του ποιητή. Τώρα θέλω να τον διαβάσω - έχω βλέπεις και τον καιρό άφθονο - αλλά ντρέπουμαι.
 Χ.Ζ.


Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής, ο άνθρωπος
Βαθύτατα λυρικός, στοχαστικός και αισθαντικός, ο Σεφέρης καταβυθίστηκε στη βαθιά γνώση του για την ιστορία της Ελλάδας, την οποία μετέτρεψε σε ανανεωτική ποίηση αποσπώντας τόσο τη διεθνή αναγνώριση όσο και την ευγνωμοσύνη της πατρίδας του.
Ηγετική μορφή στην ποίηση και τη θεωρία της λογοτεχνίας στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, ο Σεφέρης άλλαξε κι αυτός με τη σειρά του ριζικά τον προσανατολισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, συνδυάζοντας ελληνική παράδοση και παγκόσμια ιδεολογικά ρεύματα της εποχής του.
Με πρόταγμα την ελληνικότητα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πραγματικότητας, ο μνημειώδης λόγος του έρρεε στο χαρτί παραμένοντας πάντα επίκαιρος: «Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξαναβρεί τη ζωή, έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες πολλές διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη», γράφει στο «Τετράδιο γυμνασμάτων».
Ο ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Σεφέρης, ένας σωστός ογκόλιθος των ελληνικών γραμμάτων, καταφέρνει το αδύνατο: να τιμηθεί με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, φέρνοντας στην πατρίδα του το πρώτο βαρύτιμο βραβείο του πνεύματος.
«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να, εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα-πρώτα από τον εαυτό μου», θα πει στον ευχαριστήριο λόγο του στις 10 Δεκεμβρίου 1963 στη Στοκχόλμη.
Γι’ αυτό και το έργο του μεταφράστηκε ευρύτατα και χαιρετίστηκε ως σπουδαίο ήδη από τη δεκαετία του ’50. Ο Σεφέρης ήταν όμως και ένας άνθρωπος του καιρού του και δεν θα μπορούσε να μην πάρει πολιτική θέση για τα τεκταινόμενα της χώρας του κατά τη μαύρη επταετία της Χούντας, ως όφειλε εξάλλου ως διανοούμενος. Τον Μάρτιο του 1969 σπάει επιτέλους την περιλάλητη σιωπή του και στηλιτεύει τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών από τη συχνότητα του BBC: «Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά», τόνισε μεταξύ άλλων.
H κηδεία του Γιώργου Σεφέρη κατά της χούντας είχε μετατραπεί σε αντιδικτατορική διαδήλωση
Κι όταν τελικά ο Γιώργος Σεφέρης φύγει από τη ζωή, τον Σεπτέμβριο του 1971, έπειτα από μετεγχειρητικές επιπλοκές, η κηδεία του δύο ημέρες αργότερα δεν θα μπορούσε να μη λάβει αντιδικτατορικό χαρακτήρα: κατά τη νεκρώσιμη πομπή, το πλήθος σταματά την κυκλοφορία και αρχίζει να τραγουδά το απαγορευμένο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη «Στο περιγιάλι το κρυφό», σε στίχους του μεγάλου Σεφέρη («Άρνηση»). Λίγες μέρες αργότερα, δημοσιεύεται στην εφημερίδα το τελευταίο ποίημά του «Επί Ασπαλάθων», άλλος ένας καταπέλτης κατά της δικτατορίας…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου