Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Προφυλαγμένη μέσα σε ένα… πάπλωμα, είχε σωθεί το 1922 η εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης της Μηχανιώτισσας

Περιφορά της εικόνας της Παναγίας Φανερωμένης της Μηχανιώτισσας στο πανηγύρι του 1968
του Σπύρου Κουζινόπουλου
Προφυλαγμένη μέσα σε ένα… πάπλωμα, είχε σωθεί μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, πριν 95 χρόνια, η εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης της Μηχανιώτισσας, για την οποία συρρέουν κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες, προκειμένου να την προσκυνήσουν, δεκάδες χιλιάδες πιστοί από όλη τη Βόρεια Ελλάδα και μακρύτερα ακόμη.

Η παλιά Μηχανιώνα της Κυζίκου
Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των παλιών Μηχανιωτών, όταν συνέβη η μεγάλη συμφορά της καταστροφής του Μικρασιατικού ελληνισμού, ύστερα από την ανόητη εκστρατεία του ελληνικού στρατού στα βάθη της Ασίας και αναγκάστηκαν να ξεριζωθούν από τις εστίες τους οι Έλληνες της περιοχής, μία γυναίκα στην παλιά Μηχανιώνα της Κυζίκου, η κυρά Κατίγκω Μαούτσα ή Λαζαράκαινα μαζί με τις εγγονές της, έφτιαξαν μία θήκη από τσίτι (ύφασμα λεπτό), τοποθέτησαν εκεί μέσα ευλαβικά  την εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης και στη συνέχεια έβαλαν τη θήκη μέσα σε ένα ντέγκι (μεγάλο δέμα) με ρούχα. Έτσι σώθηκε η εικόνα και ήρθε στην Ελλάδα.
Όπως έγραψε ο παλιός διευθυντής του 1ου δημοτικού σχολείου της Νέας Μηχανιώνας, Α.Ρ.Ματίκας, οι Μηχανιώτισες γυναίκες την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας «την είχαν πάντα μαζί τους, οδηγήτρια και προστάτιδα σε όλη την περιπέτεια του κατατρεγμού, μέχρι που ήρθαν να ριζώσουν εδώ στο όμορφο ακρογιάλι του Θερμαϊκού, που τότε σε έπαιρνε ο φόβος από την ερημιά και τα φίδια που ξετρύπωναν από τον ακαλλιέργητο τόπο».
Η Παναγία Φανερωμένη η Μηχανιώτισσα, βρήκε στέγη στην ξύλινη εκκλησία που δημιούργησαν οι πρόσφυγες για να στεγάσουν την Παναγιά τους, δίπλα από τις πρόχειρες σκηνές στις οποίες διέμεναν οι ίδιοι.
Βάρκες τύπου "ντορ-τσεφτέ" (1924) που τις
έφεραν οι ψαράδες από την παλιά Μηχανιώνα

Μία περιγραφή για τη μεταφορά της εικόνας
Η Εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης διακομίσθηκε στη Νέα Μηχανιώνα από τους πρόσφυγες της Κυζίκου. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το εκλαϊκευμένο κείμενο της Ιστορίας της Νέας και Παλιάς Μηχανιώνας του Βαγγέλη Χατζημπιρπιλού.
«Οι Μηχανιώτες ήταν όλοι Βενιζελικοί. Ήταν και πολύ θρήσκοι και έφτιαχναν στα χωράφια τους εξωκλήσια. Πάνω απ΄ όλα είχαν στην πρώτη γραμμή την εκκλησία και δεν έλειπαν καμιά Κυριακή και γιορτή, ακόμα και όταν ήταν στην ξενιτιά για ψάρεμα.
Πάνω που καλυτέρεψαν τη ζωή τους, έφτιαξαν καινούργια σπίτια και είδαν άσπρη μέρα, ξημέρωσε μια μαύρη μέρα!
Ήταν παραμονή της μεγάλης γιορτής της Παναγίας Φανερωμένης, τα Εννιάμερα 22 Αυγούστου 1922, το μεγαλύτερο πανηγύρι της Μηχανιώνας. Όλοι οι κάτοικοι ήταν στο μοναστήρι για τον εσπερινό της αυριανής γιορτής.
Τότε έφτασε το μήνυμα ότι έπρεπε να πάρουν το δρόμο της δεύτερης προσφυγιάς γιατί έρχεται η μεγάλη καταστροφή ! Το τί επακολούθησε, δεν μπορείτε να το φανταστείτε !
Μετά από πέντε μέρες έφτασε στο λιμάνι ένα βαπόρι που μας το έστειλε η Αδελφότης των Μηχανιωτών της Κωνσταντινούπολης και στις 29 Αυγούστου 1922 μας πήγε στην απέναντι παραλία της Ανατολικής Θράκης, στο χωριό Επιβάτες. Με δύο δρομολόγια πήραμε μαζί μας και όλα τα καίκια μας, τα δίχτυα και αρκετά πράγματα. Τα ζώα τα πήραμε απ’  τη στεριά μέσω Προύσας.
Η χήρα Κατίγκω Μαουτσίδου, που ήταν καντηλανάφτρα της Εκκλησίας της Παναγίας Φανερωμένης, πήρε τον Κώστα Καματάκη και τον Γρηγόρη Μπογάκη που ήταν 15 ετών, και έσωσαν την Εικόνα που την πήραμε μαζί μας τυλιγμένη μέσα σ΄ ένα πάπλωμα. Ο Νικόλαος Χατζηγιαννάκης ή Καρανικόλας πήρε μια άλλη εικόνα μεγάλης αξίας του Αγίου Νικολάου που έχει πάνω στο μέτωπο σφηνωμένο ένα στρείδι, γιατί αυτή βρέθηκε μέσα στη θάλασσα. Αυτή η εικόνα βρίσκεται σήμερα στα Λουτρά της Αιδηψού στο ναό των Αγίων Αναργύρων γιατί εκεί έμειναν αρκετοί Μηχανιώτες που είναι και μέχρι σήμερα».

Η παλιά εκκλησία μετά την αποπεράτωσή της το 1928
Η παλιά εκκλησία
Τα θεμέλια της εκκλησίας, που φέρνει το όνομα της Παναγίας Φανερωμένης, μπήκαν στο νέο τόπο εγκατάστασης, στις ακτές του Θερμαϊκού, το 1927 και η ανέγερση της εκκλησίας τελείωσε το 1932. Και όπως έλεγε χαρακτηριστικά το παλιό μέλος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής, Αλέξανδρος Σαραφίδης «μικροί και μεγάλοι, γυναίκες και παιδιά εργάσθηκαν για να γίνει ο ναός.  Όταν χτυπούσε η καμπάνα, όλοι έτρεχαν να πιάσουν δουλειά, καθένας αναλόγως με τη δύναμή του. Και έβλεπες γυναίκες σκαρφαλωμένες στις σκάλες, να δίνουν χέρι με χέρι τα τούβλα και τα κεραμίδια στους εργάτες. Και παιδιά να κάνουν σειρά και το ένα δίνοντας στο άλλο, να μεταφέρουν από την παραλία τα υλικά».
Η πρώτη πλίνθινη κατασκευή αντικαταστάθηκε στη δεκαετία του ΄30.
Η πρώτη εκκλησία συμβόλιζε τη σύνδεση με τις πατρογονικές εστίες, δίνοντας και το στοιχείο της ιδιαίτερης θρησκευτικότητας των Μηχανιωτών προσφύγων, αποτελώντας παράλληλα και μια κοινή βάση για τη συγκρότηση της τοπικής κοινωνίας.
Το μεγάλο έργο μπόρεσε να ολοκληρωθεί χάρη στις άοκνες προσπάθειες του πρώτου ιερέα της Παναγίας Φανερωμένης της Μηχανιώτισσας, παπα-Γιάννη Βαλάσογλου, ένα έργο που τελείωσε από τον διάδοχο του Παπαγιάννη, τον Παπα-Γιώργη Βογιατζόγλου. Ενώ μεγάλη ήταν η συνεισφορά της Εκκλησιαστικής Επιτροπής  που αποτελούνταν από τον Αλέξανδρο Σαραφίδη,  τον Βασίλη Αραπάκη, τον Γιώργο Ταταράκη, τον Εμμανουήλ Σταμίδη και τον Γιώργο Σβολάκη. Το έργο της Επιτροπής ήταν εξαιρετικά δύσκολο και χρειάστηκαν μεγάλες προσπάθειες για να συγκεντρωθούν τα απαιτούμενα για την ολοκλήρωση του ναού χρήματα.  Έτσι αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε εσωτερικά δάνεια ή να παρακινήσουν δωρεές.

Ο σύγχρονος ναός της Παναγίας Φανερωμένης
Αμέσως μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους κατακτητές και καθώς η Νέα Μηχανιώνα διαρκώς μεγάλωνε και αναπτύσσονταν, χάρη στην εργατικότητα των κατοίκων της, οι οποίοι τότε ασχολούνταν κυρίως με τη θάλασσα, άρχισε να προκύπτει η ανάγκη για τη δημιουργία ενός νέου, μεγαλύτερου ναού στη θέση του παλιού.
 Το στόχο αυτό, ανέλαβε να υλοποιήσει ο αείμνηστος μητροπολίτης Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς,   Προκόπιος, ο οποίος από την επομένη της ενθρονίσεως του (19-6-1974), έταξε ως σκοπό του να ανοικοδομήσει νέα εκκλησία, ενσαρκώνοντας έτσι και την από ετών ανάλογη επιθυμία των κατοίκων της Νέας Μηχανιώνας και των ευλαβών προσκυνητών της Παναγίας Φανερωμένης.
Ο σημερινός Ναός της Παναγίας Φανερωμένης με άριστα αρχιτεκτονικά στοιχεία, συγκεντρώνει τον θαυμασμό των επισκεπτών, αρκετοί από τους οποίους έρχονται και από τη Νότιο Ελλάδα και τα νησιά με οργανωμένες εκδρομές.
Κοσμοπλημμύρα κάθε χρόνο στην περιφορά
Τα θεμέλια του Ιερού Ναού όπως αυτός είναι σήμερα, τέθηκαν στις 9 Μαρτίου 1975. Τα εγκαίνια του τελέστηκαν, με κάθε εκκλησιαστική τάξη και μεγαλοπρέπεια, την Κυριακή 27 Μαΐου 1984. Τα αρχιτεκτονικά σχέδια έγιναν από τον αρχιτέκτονα κ. Γεώργιο Αξιώτη, ειδικό ναοδόμο. Το κτίριο ανοικοδόμησε ο εργολάβος Βασίλειος Πατεράκης. Η χωρητικότητα του Ναού ανέρχεται στα 4.000 άτομα. Το μήκος του Ι. Ναού είναι 35 μ. Το πλάτος 22 μ. Το ύψος του τρούλου εσωτερικώς από το δάπεδο υπογείου του είναι 26,50 μ. η δε διάμετρος αυτού 13 μ.

Στο Ι. Ναό υπάρχουν πέντε παρεκκλήσια, εκ των οποίων τα δύο έχουν εγκαινιασθεί προς τιμή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και του Αγίου Προκοπίου.

Ζεύγος Μηχανιωτών το 1924, λίγο μετά την εγκατάσταση στη
νέα πατρίδα, με ντύσιμο και χτένισμα εκείνης της εποχής 
Η εγκατάσταση στη νέα πατρίδα
Η Νέα Μηχανιώνα ιδρύθηκε στις 14 Μαίου του 1923. Η αρχική εγκατάσταση των προσφύγων, έγινε σε σκηνές και αργότερα, προς τα τέλη του Αυγούστου του ίδιου χρόνου, εγκαταστάθηκαν στα πρώτα προσφυγικά σπίτια που μόλις είχαν ανεγερθεί. Οι πρώτες οικογένειες που ίδρυσαν τη Ν. Μηχανιώνα ήταν 450 και προερχότανε από την «παλιά» Μηχανιώνα της Προποντίδας, το Αυδήμιο της Α. Θράκης, την Κερασιά της Ανατολικής Θράκης, το Καστέλι, το Αμπαρλί, και το Τσεσμέ της Σμύρνης (Ματίκας, 1960).
 Αρχικά οικισμός υπαγότανε διοικητικά στην Κοινότητα της Επανομής. Νέα Μηχανιώνα αποτέλεσε ξεχωριστή Κοινότητα από τον Ιούνιο του 1926. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι στη νέα Κοινότητα εντάχθηκαν και οι οικισμοί της Νέας Κερασιάς και του Αγγελοχωρίου.
Για τους περισσότερους πρόσφυγες που τελικά εγκατασταθήκανε στην ευρύτερη περιοχή της Νέας Μηχανιώνας, Μικρασιατική καταστροφή του 1922 σημαίνει για αυτούς μια σχετικά μεγάλη πορεία στον Ελλαδικό χώρο. Οι περισσότεροι κάτοικοι της μικρασιατικής Μηχανιώνας σταμάτησαν προσωρινά στα Λουτρά της Αιδηψού. Οι πρόσφυγες που προερχότανε από το Τσεσμέ ακολούθησαν διαφορετική πορεία. Ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο, για την κατανόηση της εξέλιξης της περιοχής, είναι το γεγονός ότι, οι περισσότεροι απ' αυτούς ασκούσαν ναυτικά επαγγέλματα (ψαράδες, ναύτες, καπετάνιοι). Για αυτό το λόγο οι περισσότεροι πέρασαν με τα δικά τους πλεούμενα στα απέναντι νησιά (Χίο, Σάμο, Λέσβο).
Όταν πια είχε οικοδομηθεί Νέα Μηχανιώνα στη σημερινή της περιοχή τότε εγκαταστάθηκαν και αυτοί εκεί. Το 1923 λοιπόν τους Μηχανιώτες της Αιδηψού τους μεταφέρει το ατμόπλοιο "Θέτις" αρχικά στη Θεσσαλονίκη και στο τέλος αυτοί εγκαθίστανται στη σημερινή τοποθεσία. Οι γεωργοί, στο επάγγελμα, εγκαταστάθηκαν στο εσωτερικό και οι ψαράδες στην παραλία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου