Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Τα 317 αθώα θύματα των Ναζί στο Κομμένο της Άρτας

Ο ματωμένος γάμος της Αλεξάνδρας και του Θεοχάρη
Η μνήμη των 317 θυμάτων της σφαγής από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής στο μαρτυρικό Κομμένο Άρτας, τιμάται κάθε χρόνο με εκδηλώσεις μνήμης. Η απότιση φόρου τιμής στη μνήμη των εκτελεσθέντων κατοίκων, γίνεται με κεντρικό σύνθημα «δεν τους ξεχνάμε», παράλληλα με το αίτημα να καταβληθούν στην Ελλάδα οι οφειλές του γερμανικού κράτους αλλά και να αποδοθεί δικαιοσύνη στους μαρτυρικούς τόπους.
Αν οι αναφορές στα Καλάβρυτα και το Δίστομο είναι πιο συχνές, η ναζιστική θηριωδία και στο Κομμένο, ένα μικρό χωριό στην άκρη του Αμβρακικού, στις εκβολές του ποταμού Αράχθου, ήταν η ίδια από τους χιτλερικούς δήμιους. 
Ένα χωριό, ισοπεδωμένο, 20 οικογένειες ξεκληρισμένες, 317 νεκροί κάθε φύλου και ηλικίας -ανάμεσά τους 97 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών και 119 γυναίκες- κι ένας αιματοβαμμένος γάμος, με τη νύφη, τον γαμπρό και όλους τους καλεσμένους (περίπου 30 άτομα) να τυλίγονται στις στάχτες μίσους, ενώ άλλοι 20 πνίγηκαν στον ποταμό Άραχθο, προσπαθώντας να ξεφύγουν.
Στο Κομμένο, στις 15 Αυγούστου του 1943, ημέρα της Κοίμησης της Παναγίας Θεοτόκου, γιόρταζαν το πανηγύρι τους. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 12 Αυγούστου, ο διοικητής του 98ου Συντάγματος Γιόζεφ Ζάλμινγκερ ενημέρωνε ψευδώς με σήμα του τις προϊστάμενες γερμανικές αρχές ότι το Κομμένο βρίσκεται στα χέρια συμμοριτών. Το Σάββατο 14 Αυγούστου εκδόθηκε η διαταγή για μια αιφνιδιαστική επιχείρηση θανάτου στο χωριό. Η επιχείρηση εξόντωσης των κατοίκων του Κομμένου, ανατέθηκε στον υπολοχαγό Ρέζερ, που ήταν στέλεχος της νεολαίας του Χίτλερ, φανατικός Ναζί και αποκαλούμενος «Νέρων».
Χαράματα της 16 Αυγούστου εκατό άντρες, κατά τον Άγγλο ιστορικό Μαρκ Μαζάουερ, 400 κατά τον Κομμενιώτη γυμνασιάρχη Στέφανο Παππά, του 12 λόχου του 98 γερμανικού συντάγματος, το οποίο έδρευε στην περιοχή της Φιλιππιάδας, μια μικρή κωμόπολη 10 περίπου χιλιόμετρα Βόρεια της Άρτας, σταθμεύουν έξω από το Κομμένο. Αποστολή τους, με το πρόσχημα ότι Γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στο Κομμένο, η εξόντωση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και η εξαφάνιση του χωριού που τους υποστήριζε και τους προμήθευε με τρόφιμα και άλλα απαραίτητα για την αντίστασή τους εναντίον των Γερμανών.
Διαβάζουμε στον ιστότοπο «Αη Κομμένο»:
«Με την ανατολή του ήλιου, αφού πρώτα πήραν το πρωινό τους και κύκλωσαν το χωριό, οι μονάδες εφόδου έλαβαν με δύο φωτοβολίδες το σύνθημα και άρχισαν να βάλλουν με όπλα, με πολυβόλα, χειροβομβίδες και όλμους. Δεν άφηναν τίποτε όρθιο. Έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και σκότωναν με μιαν απερίγραπτη αγριότητα άντρες, γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Ακόμη και μωρά. Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους, πριν ακόμη ξυπνήσουν και καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους να σωθούν και έπεφταν από τις σφαίρες που θέριζαν το χωριό. Ανθρώπινα σώματα κόπηκαν στα δυο ή διαλύθηκαν και δε βρέθηκαν ποτέ. Φαίνεται πως η διαταγή ήταν σαφής: να μη μείνει τίποτε ζωντανό σ' ένα χωριό που αποτελούσε φωλιά των ανταρτών.
Έξι ώρες κράτησε η σφαγή. Δρόμοι, αυλές, καμένα σπίτια, κήποι, χαντάκια, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες, αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ' τους συγγενείς για να τους θάψει. Πρόχειρα και στον τόπο ακριβώς της σφαγής άνοιξαν λάκκους κι έριξαν τους νεκρούς μέσα, για να μην τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια και να μην πέσουν αρρώστιες αγιάτρευτες στο χωριό. Όσοι σώθηκαν έπρεπε ν' αντέξουν και ν' αφήσουν γι' αργότερα τα δάκρυα και τον πόνο.
Η οικογένεια της νύφης. Η Αλεξάνδρα εικονίζεται στην πάνω σειρά της φωτογραφίας στο κέντρο.
Τα αδέλφια της που επέζησαν είναι τα δύο παιδιά που κρατάει από τους ώμους ο πατέρας.... 
Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν. Τριάντα με τριάντα πέντε άτομα. Από τα 12 μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν στο χωράφι τα ζώα. Οι ναζί δεν σεβάστηκαν και δεν λογάριασαν τίποτε και κανέναν. Σκότωσαν και τη νύφη την Αλεξάνδρα και το γαμπρό τον Θεοχάρη.
Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ' τα σπίτια τους, έτρεχαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεχε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ' τις βάρκες και τρέμοντας πάλευαν να γλιτώσουν απ' τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, σχεδόν είκοσι άτομα. Κι ο θρήνος κι οι κραυγές του πνιγμού έσμιγαν με τη βουή της φωτιάς και των όπλων που αφάνιζαν το Κομμένο».
Σήμερα
Η ιστορία του μαρτυρικού Κομμένου έχει περάσει στη λογοτεχνία, με το μυθιστόρημα «Αγαπημένη μου αδελφή Άλεξ... Μια αληθινή ιστορία» του Δημήτρη Βλαχοπάνου, όπου μέσα από τη μυθιστορηματική ανάπλαση της ιστορίας της τραγικής νύφης του Κομμένου, φωτίζονται και πολλές πλευρές της κτηνωδίας που ακολούθησε. Αλλά και στη μουσική, και μάλιστα από έναν Γερμανό, τον Gunter Baby Sommer, με το μουσικό δράμα «Γάμος στο Κομμένο» (2015), είναι βασισμένο στο βιβλίο του Δημήτρη Βλαχοπάνου. Ο «Γάμος στο Κομμένο», είναι το δεύτερο έργο που έχει συνθέσει ο Gunter Baby Sommer -ο οποίος έχει γίνει επίτιμος δημότης του Κομμένου- εμπνευσμένο από τη σφαγή στο Κομμένο. Το πρώτο έργο του, «Τραγούδια για το Κομμένο», είχε παρουσιαστεί σε παγκόσμια πρώτη στο Κομμένο, την Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012, και ακολούθησαν δεκάδες παραστάσεις σε πολλές πρωτεύουσες και μεγάλες πόλεις του κόσμου.
Ήδη από τη δεκαετία του '60 Γερμανοί ιδιώτες που έμαθαν για τη σφαγή του Κομμένου επισκέφθηκαν το χωριό, ενώ μια ευκατάστατη Γερμανίδα χρηματοδότησε την ανέγερση νέου Δημοτικού Σχολείου. Από τη δεκαετία του 1980 άρχισε να ασχολείται με τις θηριωδίες των Ναζί ο Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, ο οποίος και για το σχετικό βιβλίο του τιμήθηκε από την Κοινότητα Κομμένου. Τελικά στις 30 Απριλίου 2004 ανακοινώθηκε στα διεθνή μέσα ενημέρωσης ότι ο εισαγγελέας του Μονάχου άνοιξε τον φάκελο της σφαγής του Κομμένου.
Συγκλονιστικές μαρτυρίες
Πλήθος στοιχείων και μαρτυριών από τους ίδιους τους Γερμανούς στρατιώτες που κατατέθηκαν στη δίκη των εγκληματιών πολέμου, στη Νυρεμβέργη, δεν αφήνουν το ελάχιστο ίχνος σχετικά με το κακούργημα και το έγκλημα πολέμου. 
«Χωριά στα οποία θα πέφτουν πυροβολισμοί ή θα απαντώνται οπλισμένοι, θα καίγονται και ο ανδρικός πληθυσμός θα εκτελείται»  ανέφερε η διαταγή του στρατηγού  Βάλτερ φον Στέτνερ,  διοικητή της 1ης Μεραρχίας Ορεινών Καταδρομών. 
Στο Κομμένο εκτελέστηκαν οι πάντες χωρίς καμιά διάκριση, παρότι δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση από τους κατοίκους, δεν έπεσαν πυροβολισμοί. ούτε απαντήθηκαν οπλισμένοι αντάρτες. 
«Στο χωριό δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση, ούτε καν ένας πυροβολισμός, και από τη δική μας πλευρά δεν υπήρξε ούτε ένας τραυματίας»,  αναφέρει ο  δεκανέας Κουρτ Ντρέερ.  Παρά ταύτα, εκτελέστηκαν 95 παιδιά ηλικία 4 μηνών έως 15 χρονών, 126 γυναίκες από 16 έως 80 χρονών και 96 άντρες από 16 έως 80 χρονών.
 «Πρώτα ρίχναμε χειροβομβίδες μέσα στα σπίτια και μετά πυροβολούσαμε με καραμπίνες και οπλοπολυβόλα από τις πόρτες. Πολλά πτώματα κάηκαν μέσα στα σπίτια και η μυρωδιά ήταν αφόρητη »,  θυμάται ο  Γιοχάνες Ραλ.  
«Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας όταν κάποιοι στρατιώτες έχωναν μπουκάλια μπίρας στα γεννητικά όργανα γυναικείων πτωμάτων. Νομίζω ότι είδα και πτώματα με βγαλμένα μάτια » , εκμυστηρεύεται ο  Άλμπερτ Σένγκερ .
«Τα μέλη του 12ου λόχου συνέλαβαν εκείνους που ήταν κρυμμένοι στα σπίτια τους και τους συγκέντρωσαν στη μικρή πλατεία … ήταν μια ομάδα 15 – 20 ανθρώπων, κυρίως γυναίκες. Ανάμεσά τους υπήρχαν όμως και μερικά αγόρια και κορίτσια 12 ή 13 ετών … Ο Τσάντερ έστησε το πολυβόλο σε απόσταση 10 – 15 μέτρων … έριξε μια σειρά ριπές και θέρισε τον κόσμο »,  περιγράφει ο  Όσκαρ Γκούντμαν , ο οποίος σημειώνει πως  ο Τσάντερ  άνοιξε πυρ στην αυλή του Θεόδωρου Μάλλιου την ώρα του γάμου, κατόπιν διαταγής του ανθυπολοχαγού και απειλής ότι σε περίπτωση ανυπακοής θα συντάξει αναφορά σε βάρος του και θα τον στείλει στο στρατοδικείο. Αλλά και ο ίδιος ο πυροβολητής δεκανέας Άλμπερτ Τσάντερ  ομολογεί χαρακτηριστικά:
 «Ήμουν πολύ ταραγμένος που θ ‘αναγκαζόμουν να πυροβολήσω γυναικόπαιδα. Τα νεύρα μου ήταν εξαιρετικά τεντωμένα. . Πραγματικά δε θυμάμαι πια, είναι σαν να έχω στη μνήμη μου ένα κενό »   
Για το ίδιο γεγονός είχε καταθέσει στη Δίκη των εγξκληματιών πολέμου, στη Νυρεμβέργη. ο γυμνασιάρχης  Στέφανος Παππάς:
Οι Γερμανοί «έβγαλαν έξω από το σπίτι του Θεόδωρου Μάλλιου, που γινόταν ο γάμος, 10 – 15 άτομα που εθέρισαν με το πολυβόλο. Είδα με τα μάτια μου απέναντι από τα θύματα σωρός από κάλυκες. Οι υπόλοιποι, γαμπρός, νύφη, συμπέθεροι και άλλοι εν όλω 32 κάηκαν, έγιναν στάχτη μέσα στο διώροφο σπίτι, που καίονταν μια ολόκληρη ημέρα και νύχτα».
Οι Γερμανοί φρόντισαν, μετά το τέλος της «μάχης» και παρά την αφόρητη ζέστη που επικρατούσε, να κάνουν μια τελευταία επιθεώρηση στο χωριό και να αποτελειώσουν ό, τι έμεινε στη μέση. 
«Παντού υπήρχαν πτώματα. Ορισμένοι δεν είχαν αφήσει ακόμη την τελευταία τους πνοή. Προσπαθούσαν να μετακινηθούν και βογκούσαν. Δύο ή τρεις κατώτεροι αξιωματικοί έκαναν μια τελευταία περιπολία στο χωριό κι έδωσαν τη χαριστική βολή στους ετοιμοθάνατους», θυμάται  ο δεκαεννιάχρονος Στρατιώτης Γιόχαν Χάουσμαν
Λίγο πριν αναχωρήσει το τμήμα του γερμανικού στρατού, οι επικεφαλής παρότρυναν τους στρατιώτες να πάρουν μαζί τους ό,τι ήθελαν ως λάφυρο από το χωριό. 
«Οι στρατιώτες όμως ήταν σε τέτοιο βαθμό εξαντλημένοι, που δεν άγγιξαν σχεδόν τίποτε από τα πράγματα που βρίσκονταν ολόγυρα. Μόνο οι αξιωματικοί φόρτωσαν στα φορτηγά κλεμμένα χαλιά και άλλα πολύτιμα αντικείμενα», θυμάται ένας άλλος δεκαεννιάχρονος τότε στρατιώτης, ο Χανς Τίσλερ.  Ενώ ο Ρέζερ  ​​«διέταξε μερικούς στρατιώτες να βάλουν φωτιά στα λίγα σπίτια που είχαν μείνει ανέπαφα» . 
Θα μπορούσε να παραθέσει κανείς αμέτρητες μαρτυρίες και γεγονότα που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία πως το ολοκαύτωμα του Κομμένου ήταν ένα έγκλημα πολέμου, σε βαθμό που ο ίδιος ο  ταγματάρχης Ράινχολντ Κλέμπε,  που ακολούθησε την εκκαθαριστική επιχείρηση ως διοικητής του τάγματος στο οποίο ανήκε ο 12ος λόχος, χωρίς να λάβει μέρος σ ‘αυτή, να επιπλήξει αυστηρά τον υφιστάμενό του υπολοχαγό Βίλι Ρέζερ,  όταν κάτωχρος και αηδιασμένος από αυτό που αντίκρισαν τα μάτια του μέσα στο Κομμένο, βρέθηκε αντιμέτωπος μαζί του:  
«Αυτό, κύριε υπολοχαγέ, δεν έχει καμιά σχέση με τον πόλεμο. Με κάτι τέτοια δε θέλω να έρθω σε επαφή» . 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου